οχθηρός

οχθηρός
ὀχθηρός, -ά, -όν (Α) [όχθος]
λοφώδης, γεμάτος λόφους.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ὀχθηρά — ὀχθηρός hilly neut nom/voc/acc pl ὀχθηρά̱ , ὀχθηρός hilly fem nom/voc/acc dual ὀχθηρά̱ , ὀχθηρός hilly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀχθηρῶν — ὀχθηρός hilly fem gen pl ὀχθηρός hilly masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀχθηρόν — ὀχθηρός hilly masc acc sg ὀχθηρός hilly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀχθηροῖο — ὀχθηρός hilly masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀχθηρῆς — ὀχθηρός hilly fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ηρός — το επίθημα ηρός είναι το πιο διαδεδομένο από τα επιθήματα σε ρος τής Αρχαίας. Στον Όμηρο απαντά μικρός αριθμός επιθέτων σε ηρός αλλά στους μεταγενέστερους συγγραφείς ο αριθμός αυτός αυξάνεται σημαντικά. (Ήδη στον Ιπποκράτη απαντούν 20 νέα… …   Dictionary of Greek

  • ὀχθηράν — ὀχθηρά̱ν , ὀχθηρός hilly fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”